ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ-ΕΡΓΑΣΙΕΣ
ΤΕΧΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΕΛΕΤΩΝ ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΕΜΜ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
Διάταξη Παλαιού Οδικού Δικτύου στην Κρήτη
Μια μεγάλη αδικία, που αφορά τους χαρακτηρισμούς εκτάσεων κατά την Δασική Νομοθεσία, καλείται να αποτρέψουν τα Διοικητικά Εφετεία της Χώρας.
Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Βοσκοτόπων στην Κρήτη
Η έννοια της Αγριάδας στην Κρητική διάλεκτο.
Στοιχεία Οριοθέτησης Τεμαχίων & ονοματολογία στην Κρητική ιάλεκτο χαρακτηριστικών στοιχείων της
ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ του ΑΛΕΞΑΚΗ ΕΜΜ Τοπ. Μηχανικού στην Ημερίδα για την Ρ.Α.Ε της 3-12-2012 στο ΙΤΕ Ηρακλείου
(Δ) Η Τουρκοκρατία σεβάστηκε τις περιουσίες των Κρητικών. – Πώς τις κλέβει το Ελληνικό Δημόσιο σήμερα
(Γ) Η Τουρκοκρατία σεβάστηκε τις περιουσίες των Κρητικών. – Πώς τις κλέβει το Ελληνικό Δημόσιο σήμερα.
(B) Η Τουρκοκρατία σεβάστηκε τις περιουσίες των Κρητικών. – Πώς τις κλέβει το Ελληνικό Δημόσιο σήμερα.
(A) Η Τουρκοκρατία σεβάστηκε τις περιουσίες των Κρητικών. – Πώς τις κλέβει το Ελληνικό Δημόσιο σήμερα.
Η νέα Τάξη Δούλων. Η απαγόρευση της εκτός σχεδίου δόμησης, το ιδεολογικό της περιεχόμενο.
Δικαστικές Πραγματογνωμοσύνες
Μουζούρι – Οκά, Μονάδες Μετρήσεως Εκτάσεων.
Ιδιοκτησιακά Προβλήματα και Εθνικό Κτηματολόγιο
Μουζούρι – Οκά, Μονάδες Μετρήσεως Εκτάσεων.
Απόσπασμα από εργασία μου.

1.1 Μουζούρι και οι υποδιαιρέσεις του – Σχέση με την οκά.

Τα μουζούρι είναι μέτρο μέτρησης όγκου δημητριακών και λοιπών καρπών και μετεξελιχθείσα μονάδα μέτρησης της σπερνομένης έκτασης.
Το μουζούρι και οι υποδιαιρέσεις του χρησιμοποιούνταν δηλαδή για τη μέτρηση των καρπών, στην απόδοση φόρου και σε πολλές εργασίες.
Η πληρέστερη μελέτη που έχει γίνει μέχρι σήμερα για «το μουζούρι και το μίστατο στην Κρήτη» έγινε από τον Μανόλη Παπαδογιάννη και δημοσιεύτηκε στον 18ο τόμο της Αμάλθειας τον Ιούνιο του 1987 στο τεύχος 70-71.
Σε αυτή ελήφθησαν υπ’ όψιν οι μελέτες σπουδαίων μελετητών και οι αναφορές σε έγγραφα τεκμηρίωσης και ο συγγραφέας κάνει σε αυτήν αναλυτική παραπομπή στις πηγές.
Η αναφορά στο μουζούρι για την εκτίμηση εκτάσεων αφορά αντικείμενο πολλές φορές αντιδικιών και για το λόγο αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σοβαρότητα στο πλαίσιο τεχνικής μελέτης και όχι απλά ως λαογραφική εργασία.
Έχω διαπιστώσει ότι επιπόλαιες αναφορές για τις τιμές του μουζουριού και αποφάσεις που δημοσιεύονται στο διαδίκτυο και χρησιμοποιούνται στην συνέχεια άκριτα, έχουν οδηγήσει σε δικαστικές αποφάσεις που αποκλίνουν σημαντικά και προκλητικά από την αντικειμενική αλήθεια.

1.1.1 Ιστορία.

Οι Βυζαντινοί μέχρι τον 12ο αιώνα χρησιμοποιούν ως μέτρο μετρήσεως του όγκου δημητριακών και λοιπών ξηρών καρπών το μόδιο. Το μουζούρι κατά την περίοδο της ενετοκρατίας αντικατέστησε σταδιακά το βυζαντινό μόδιο στην Κρήτη και συναντάται στην συνέχεια στην περιοχή των Κυκλάδων, νήσους Αιγαίου και Ιονίου. Η επίδραση του εμπορίου των Κρητικών στο Αιγαίο και στο Ιόνιο βοήθησε στην εξάπλωση του μουζουριού στις περιοχές αυτές.
Το μουζούρι και οι υποδιαιρέσεις του πινάκιο, πρατικό και αξάι ήταν λαϊκά μέτρα και σταθμά δηλαδή εφευρέθηκαν από το λαό αφού κάλυψαν τις ανάγκες του αλλά που υιοθετήθηκαν αργότερα από τις αρχές (Εκθέσεις Προβλεπτών, αποφάσεις Δικαστηρίων, Συμβόλαια κλπ)
Το όνομα του είναι πιθανότατα δημιούργημα της Κρητικής διαλέκτου. Λιγότερο πιθανό να έχει σχέση με το Βυζαντινό μινσούριον, ενώ είναι μάλλον σφάλμα ότι είναι λέξη τουρκική αφού όπως σημειώνει ο Νίκος Σταυρινίδης, δεν συναντάται τα χρόνια αυτά η χρήση μουζουριού στην Τουρκία.

1.1.2 Σχήμα και γέμισμα.

Το μουζούρι ως δοχείο κατά κανόνα είχε το σχήμα ενός κόλουρου κώνου χωρίς όμως αυτό να είναι δεσμευτικό, ούτε για το σχήμα αλλά ούτε για τη ποσότητα.

Ένα ενδιαφέρον μουζούρι ξύλινο που χρησιμοποιούνταν στο ελαιοτριβείο της Μονής Οδηγητρίας είναι το παρακάτω.



Ένα κοινής κατασκευής μουζούρι είχε κατά κανόνα το σχήμα του κολούρου κώνου. Υπήρχαν και πλήρως κυλινδρικά μουζούρια. Μετρούσε τον όγκο σιτηρών και ξηρών καρπών.

Για όσους θυμούνται τα μετακατοχικά φρυσοβάρελα (βαρέλια του εμπορίου για ψάρια) τα τέσσερα φρυσοβάρελα στη περιοχή του Ηρακλείου είχαν όγκο όσο 5 μουζούρια.

1.1.3 Όγκος – βάρος – αξία.

Λέγοντας μουζούρι εννοούμε το δοχείο – σκεύος όσο και το σύνολο των καρπών που περιέχει σε όγκο ή βάρος.
Σε κάθε περιοχή επικρατούσε μουζούρι κάποιων διαστάσεων αλλά παρά κάποιες εκφρασθείσες απόψεις από περιοχή σε περιοχή αυτές διέφεραν.
Έτσι στη βιβλιογραφία έχουμε αναφορές σε «μουζούρια σητειακά» (Ανδρέας Κορνάρος 1611), misura Caniota δηλαδή «μουζούρια Χανιώτικα» (Καστροφύλακας 1579-1583), «μουζούρι Χάνδακος» και «μουζούρι Ρεθύμνης και Χανιών» (Γενικός προνοητής Ιωάννης Μοτσενίκος-1589). Με βάση το «μουζούρι Χάνδακος» εισπράτονται και μετά το 1696 οι φόροι, πράγμα που δείχνει και την επικράτηση του.
Οι όροι που συναντώνται τέλος «σταρομούζουρο» και «χοντρό μουζούρι» είναι δηλωτικά της διαφοροποίησης κατά καιρούς και τόπους του όγκου του.
Ένα τέτοιο μουζούρι είχε περίπου περίμετρο βάσεως περί τα 105 εκ. και ανοίγματος 115 εκ. και ύψος 35 εκ. και πάχος 3-4 εκατοστά.
Όταν είναι γεμάτο χαρακτηρίζεται ως ρίγλι ή ρήγλι μουζούρι (κοφτό), κούμουλο ή κουμουλάρι μουζούρι (ξέχειλο) και πιλωτό μουζούρι (πατημένο).
Αυτό το μουζούρι έχει όγκο 16.480 λίτρα.

1.1.4 Το πρόβλημα χρήσης του μουζουριού – προσπάθειες ενοποίησης μεγέθους και ένταξης στα Κρατικά σταθμά.

Το διαφορετικό μέγεθος του μουζουριού δεν επηρέαζε τις συναλλαγές όπου αξιοποιούνταν η σχετική (αναλογική) μέτρηση συνήθως π.χ. κάθε 8 μουζούρια η φάμπρικα κρατούσε 1 μουζούρι, από τα 10 μουζούρια αποδιδόταν 1 μουζούρι ως δεκάτη κ.λ.π. Την συναλλαγή αυτή δεν επηρέαζε το μέγεθος του μουζουριού.
Όμως σε πολλές συναλλαγές που ήταν κρίσιμη η απόλυτη τιμή προέκυπτε η ανάγκη να υπάρχει ενιαίο μέτρο στη περιοχή. Πάλι στο παράδειγμα στη φάμπρικα (ελαιοτριβείο) πέφτανε 5 μουζούρια στο στέμμα και στη συνέχεια με παλάμη ριχνόταν στις πέτρες. Ο πελάτης ήθελε να γνωρίζει τη παραγωγή ανά μονάδα όγκου ελιάς (μουζούρι) που κυμαινόταν στις παλιές φάμπρικες από 2 έως 3 οκάδες λάδι το μουζούρι, και αποτελούσε η παραγωγή σοβαρό κριτήριο επιλογής της τότε βιοτεχνίας. Έλεγχε δηλαδή όσο μπορούσε όπως και σήμερα αν η φάμπρικα δούλευε σωστά, αν έκλεβε κλπ.
Το πρόβλημα δημιουργούνταν έντονο και πολύ σοβαρό έξω από τα τοπικά όρια όταν ήταν αναγκαία η «απόλυτη» αξιολόγηση μεγεθών, δηλαδή αν ετίθετο θέμα από την Υψηλή Πύλη προς τον πασά Χανιών «γιατί ο φόρος των 1000 χανιώτικων μουζουριών είναι στη πραγματικότητα πολύ μικρότερος από το φόρο των 1000 μουζουριών Χάνδακος».

Έτσι στη περίοδο της Τουρκοκρατίας παραδίδεται στις σιταποθήκες του Δημοσίου «με βάση 16 οκάδες το μουζούριο» (1685) και άλλοτε «με βάση 15 οκάδες» (1694).
Το 1720 οι εισπράκτορες του φόρου γνωστού ως μουκατάα (μουκατατζήδες) ζητούν από το Ιεροδικείο (ανώτερη δικαστική αρχή στο πασαλίκι του Χάνδακα) να εκδοθεί απόφαση να υπολογίζεται το μουζούρι κατά την απόδοση των οφειλών τους σε 15 οκάδες συν τον τόκο, το δε Ιεροδικείο στην απόφαση του διευκρινίζει πως «καθ’ α εμφαίνεται εις τα κατάστιχα του λογιστηρίου, το μουζούρι δια τον σίτον του δημοσίου φέρεται κατακεχωρισμένον 15 οκάδες συν 1 οκά τόκον του δημοσίου, ήτοι το όλον 16 οκάδες, βάσει του οποίου και γίνεται ανέκαθεν παράδοσις εις την Δημ. Αποθήκη».
Η παραπάνω ανάγκη οδήγησε έτσι την υιοθέτηση του μουζουριού (του λαϊκού κρητικού μέτρου) από το κράτος με συσχετισμό του με την οκά που ήταν η επίσημη μονάδα βάρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Παλαιότερα γινόταν προσπάθειες συσχετισμού του μουζουριού με άλλες κρατικές μονάδες με έμμεση ένταξη των στο κρατικό σύστημα, όπως καταγράφεται στα 1629 «Έφτασαν 800.000 μουζούρια (σιτάρι) που κάνουν 200.000 βενετσιάνικα στάρα (stara), δηλ. 4 μουζούρια = 1 στάρο».
Την εποχή του Καστροφύλακα (1579-1583) διαπιστώνεται χρήση ελιπποβαρών μέτρων και σταθμών, διατάσσεται έλεγχος του Χανιώτικου μουζουριού με το «χάλκινο mezzo staro (μισό-στάρο) το κομισθέν εκ Βενετίας»
1.1.5 Η αντιστοιχία μουζουριού (λαϊκό κρητικό μέτρο) με οκάδες (οθωμανικό μέτρο).

Οι υποδιαιρέσεις του μουζουριού είναι το πινάκι, το πρατικό και το αξάι στα οποία θα αναφερθούμε αργότερα.

Η οκά δεν είναι υποδιαίρεση του μουζουριού αλλά μονάδα μέτρησης βάρους1 για την αντιστοίχησή του βάρος μουζουριού και τον προσδιορισμό κατά τα προηγούμενα της απόλυτης τιμής του.
Η οκά είχε διάφορο βάρος από χώρα σε χώρα. Η τουρκική οκά είχε βάρος 1282 γραμμάρια βάρους, ενώ η ελληνική οκά που εισήχθη το 1836 και καταργήθηκε το 1959 είχε βάρος 1280 γραμμάρια δηλαδή πρακτικά μπορούμε να πούμε ότι δεν υπήρχε διαφορά στην τιμή της οκάς μεταξύ των δύο διαδοχικών κυριαρχιών. Η οκά ανεξαρτήτως χώρας είχε 400 δράμια.

Αυτονόητο είναι ότι η μια οκά σπόρου είναι σταθερή ποσότητα βέρους και κατά συνέπεια η σπερνόμενη έκταση επηρεάζεται μόνο από την γονιμότητα του εδάφους και τις βροχοπτώσεις της περιοχής και δεν είναι διαφορετική από τόπου εις τόπο.
Το πρόβλημα της αντιστοίχησης του μουζουριού (σκεύους) με τις οκάδες (βάρος) είναι περίπλοκο επειδή εξαρτάται κατά τα προηγούμενα από τη περιοχή, από το χρόνο στον οποίο αναφερόμαστε και φυσικά από το είδος του μετρούμενου καρπού.
Η κρατούσα τιμή τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας κατά τα προηγούμενα είναι 15 οκάδες το μουζούρι για το στάρι, καταγεγραμμένη σε απόφαση του Ιεροδικείου. Σε αυτήν συγκλίνουν οι πλείστες αναφορές για τα τελευταία 100 χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας που μας ενδιαφέρουν συνήθως σε δίκες και μάλιστα στη περιοχή του Ηρακλείου.

Δεν μπορεί όμως κανείς να αποκλείσει σε αυτά τα τελευταία χρόνια τη διαφοροποίηση από τόπο σε τόπο που προσδίδουν στο μουζούρι τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Ν. Σταυρινίδη ως «μέτρον ακαθορίστου βάρους», χαρακτηρισμός που κατά την άποψή μου δικαιολογείται πολύ από τη μη αναφορά του μετρουμένου είδους καρπού.
Μια εξαιρετικής ακρίβειας αναφορά υπάρχει στο ημερολόγιο του Κωνσταντίνου Κοζύρη από τη Κριτσά, που στις 4 Μαρτίου 1836 σημειώνει «επήγαμε με το Μουλά Σαλή και ελέσαμε το στάρι του μαντηλιού μουζούρια 6=οκ. 88.200», δηλαδή υπολογίζει με μέτρηση το μουζούρι σταριού που χρησιμοποίησε σε 14.700 οκάδες.
Οι διάφοροι μελετητές καταγράφουν αντιστοιχίες σε οκάδες για τα διάφορα αγαθά για το 1 μουζούρι ως εξής:
Στάρι (15 έως 20 οκάδες), κριθάρι (10 έως 12 οκάδες), μιγάδι (15 οκάδες), ελιές (12.5 έως 16 οκάδες), αμύγδαλα αφράτα (9 οκάδες), αμύγδαλα σκληρά (11 έως 12 οκάδες), ταγή (βρώμη) (7 έως 10 οκάδες), ρόβι (20 οκάδες).
Η αξία των καρπών ενός μουζουριού είχε διακυμάνσεις που οφειλόταν στη διαφορά όγκου και βάρους, ποιότητας, εμπορικών αφίξεων και αποθεμάτων, νομισματικής αστάθειας και πολιτικών γεγονότων.

Στη περίοδο της Ενετοκρατίας καθοριζόταν κάθε χρόνο «στο φόρο (αγορά) του Κάστρου»
Στη περίοδο της Τουρκοκρατίας έχουμε πολλές πληροφορίες για κάθε περίοδο με αγορανομικές διατάξεις που επιβάλλουν διατιμήσεις για το σιτάρι ανάλογα αν ήταν «πρώτης ποιότητος (χας) ή κατωτέρας ποιότητος (χατζ)».
1 Η οκά είναι επίσης μέτρο χωρητικότητος αλλά διάφορος για κάθε υγρό. Μια οκά ελαίου ή οινοπνεύματος ή άλλου υγρού ζυγίζει βάρος μιας οκάς και επομένως ως όγκος είναι αντίστρόφως ανάλογος του ειδικού βάρους του υγρού.

1.1.6 Υποδιαιρέσεις του μουζουριού (πινάκι – πρατικό – αξάι).

Οι υποδιαιρέσεις του μουζουριού υλοποιούνται με σκεύη που ονομάζονται πινάκι, πρατικό ή προυτικό και αξάι με αντιστοιχία 1 μουζούρι = 2 πινάκια = 4 πρατικά = 8 αξάγια (στη περίπτωση του αξαγιού υπάρχει και η άποψη 1 μουζούρι = 16 αξάγια).
Όπως αναφέραμε και για το μουζούρι αναφέρονται και στις υποδιαιρέσεις οι χαρακτηρισμοί ρίγλο, κούμουλο, πιλωτό.
Για τον υπολογισμό του όγκου, του βάρους και της αξίας των υποδιαιρέσεων, το κρίσιμο είναι πάντα το μουζούρι αφού όπως λέει το κρητικό ρητό «όλα ακλουθούν του μουζουριού» εννοώντας ότι αν το μουζούρι μιας περιοχής είναι μεγαλύτερο από μία άλλη και οι υποδιαιρέσεις είναι μεγαλύτερες αλλά και ότι αν τα σιτηρά πάνε καλά μια χρονιά θα πάνε και όλα τα υπόλοιπα καλά.

1.1.7 Το μουζούρι και οι υποδιαιρέσεις του σαν μέτρο έκτασης – Η υιοθέτηση της οκάς σαν μονάδας έκτασης.

Η έκταση που χωρεί το σπόρο ενός μουζουριού – αλλά και η ίδια η ποσότητα του σπόρου, λέγεται μουζουρά στην ανατολική Κρήτη και μουζουριά ή μουζουρέ στη Δυτική Κρήτη, ενώ παλαιότερα λεγόταν μουζουραδιά. Η πλέον συνήθης αναφορά είναι «δύο μουζουριών χωράφι». Ασυνήθιστη είναι η έκφραση που συναντάται σε συμβόλαιο της Μονής Αρετίου «το περβόλι όπου έχουσι τη Κουτζουκλή Ελιά … χωραφοσκέπασμα στάρι κουμουλάρι μουζούρια 5 …»

Να διευκρινίσουμε ότι το μουζούρι, οι υποδιαιρέσεις του αλλά και η οκά χρησιμοποιούνται σε εκτίμηση σπερνόμενων εκτάσεων (δημητριακά) και όχι σε άλλες καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται άλλες μονάδες π.χ. στα αμπέλια μονάδα εκτίμησης της έκτασης είναι ο εργάτης .
Η αντιστοίχηση που επιδιώχθηκε όπως είπαμε από την Οθωμανική διακυβέρνηση στην αντιστοίχηση του μουζουριού με την απόλυτη μονάδα βάρους την οκά, είχε σαν αποτέλεσμα το αντίστροφο δηλαδή να καταλήξει η οκά σπόρου να γίνει μονάδα σπερνόμενης έκτασης.

Ενώ δηλαδή υπήρχε ένα λαϊκό μέτρο όγκου που περιέγραφε σπερνόμενες εκτάσεις η προσπάθεια ενοποίησης του μεγέθους του, οδήγησε να υιοθετηθεί η κρατική μονάδα βάρους «οκά» και να γίνει μονάδα υπολογισμού σπερνομένης έκτασης με περιγραφές αγρός εκτάσεως δύο οκάδων σπόρου κλπ.
Η υιοθέτηση της οκάς έγινε για εκτίμηση μικρών εκτάσεων και εξυπηρέτησε τους πολίτες. Έχω προσέξει ότι τα ύστερα χρόνια της τουρκοκρατίας η οκά έχει εκτοπίσει τις υποδιαιρέσεις του μουζουριού. Πάντα όμως το μουζούρι παραμένει για τις εκτιμήσεις των μεγάλων εκτάσεων. Συνήθης είναι η αναφορά π.χ. εκτάσεως δύο μουζουριών και τριών οκάδων σπόρου.
Όπως προαναφέραμε το μέγεθος του μουζουριού ως σκεύους διαφέρει από τόπο σε τόπο, το βάρος του διαφοροποιείται αναλόγως του είδους του περιεχομένου καρπού, η αντιστοίχηση του μουζουριού και των υποδιαιρέσεών του με απόλυτες τιμές βάρους είναι κυμαινόμενη και πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά με ιδιαίτερη έρευνα.
Όταν επιπλέον επιθυμούμε την αντιστοίχηση με σπερνόμενη έκταση, υπεισέρχεται ο παράγων της γονιμότητος. Όσο πιο καλό και γόνιμο είναι το έδαφος τόσο πιο πυκνά σπέρνεται και επομένως καλύπτεται λιγότερη έκταση σπερνομένης γης.

Το οροπέδιο Λασιθίου πέραν της γονιμότητος έχει και τις επαρκείς βροχοπτώσεις που το κάνουν το πιο γόνιμο μέρος στη Κρήτη. Είναι γνωστό ότι οι Ενετοί αποφάσισαν να επιτρέψουν ξανά την καλλιέργεια για να λύσουν το επισιτιστικό πρόβλημα της Κρήτης, μετά την απαγόρευση που οι ίδιοι είχαν επιβάλλει για λόγους ασφαλείας.

Η πυκνότητα της σποράς στο οροπέδιο Λασιθίου (υψόμετρο 820 μέτρα) από έρευνα που έχω κάνει σε πρωτογενείς πηγές (αγρότες) έφτανε τους 8 σπόρους στο ίχνος οπλής αροτριόντος βοός. Το μουζούρι των 15 οκάδων σταριού κάλυπτε στο Οροπέδιο Λασιθίου καθαρή έκταση κατά τι λιγότερο από τα 1000 τ.μ. (ακριβέστερα 850 έως 1000 τ.μ.) .
Θεωρώ ότι η οριακή αντιστοιχία για την σπερνόμενη έκταση με μια οκά σταριού για τα καλύτερα εδάφη με τις καλύτερες βροχοπτώσεις είναι 57 έως 67 τ.μ. τιμή που αποτελεί το ελάχιστο (μέση τιμή = 62 τ.μ.).
Το μουζούρι των 15 οκάδων σιταριού στην ίδια περιοχή της υψηλότερης παραγωγικότητας είναι 850 έως 1000 τ.μ. (μέση τιμή μουζουριού= 925 τ.μ. & μέση τιμή οκάς= 61.7 τ.μ.)

Για την στατιστική αναφορά συμπληρώνω ότι η οκά (1280 γραμμάρια) έχει 30000 σπόρους στάρι περίπου. Με πυκνότητα σποράς 8 κόκκους στάρι ανά ίχνος οπλής, καλύπτεται 3750 φορές η οπλή. Για μέση αντιστοιχία οκάς στο οροπέδιο Λασιθίου που αναφέραμε θεωρούμε ελάχιστη 62 τ.μ. προκύπτει επιφάνεια οπλής 0.017 τ.μ. δηλαδή μέση διάμετρος εξομοιωμένου κύκλου 14,5 εκατοστά, πράγμα που επιβεβαιώνεται στην πράξη σαν έλεγχος πολύ κοντά στην πραγματικότητα.
Για μέσης παραγωγικότητας εδάφη.

Σε σύνηθες δηλαδή μέσο χωράφι (περιοχή υψομέτρου 300 έως 400 περίπου μέτρων και βροχομετρικό ύψος 800 έως 1000 χιλιοστά), η πυκνότητα σποράς είναι 3 σπόρους στο ίχνος οπλής βοδιού. Με τη πυκνότητα αυτή σποράς η σπερνόμενη έκταση μιας οκάς προκύπτει με μέση τιμή 165 τ.μ. και το μουζούρι των 15 οκάδων σταριού με μέση τιμή 2475 τ.μ. για μέσης παραγωγικότητας εδάφη.
Για χαμηλότερης παραγωγικότητας εδάφη-όριο οικονομικής σποράς.
Η μέγιστη σπερνομένη έκταση με ένα μουζούρι πρέπει να αναζητηθεί στα πιο άγονα εδάφη και με λιγότερες βροχοπτώσεις περιοχές.
Για το σιτάρι το βροχομετρικό όριο καλλιέργειας είναι 260 χιλιοστά το δε κριθάρι αντέχει και σε λιγότερες βροχές.

Τα όρια σποράς κυμαίνονται για το στρέμμα (1000 τ.μ.) από 7 έως 18 οκάδες σίτου (βλ. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, λήμμα - σίτος). Με βάση την πληροφορία αυτή η ελάχιστη τιμή της οκάς σπερνομένης έκτασης είναι 57 τ.μ. και η μέγιστη της 143 τ.μ.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η εκτίμηση αυτή προκύπτει από την εκτίμηση του ελληνικού χώρου γενικά, που σαν μέσος όρος έχει αισθητά υψηλότερες βροχοπτώσεις από τη Κρήτη στην οποία εκ των πραγμάτων αναφέρεται η μελέτη μας. Έτσι αιτιολογείται το πώς για την υπόλοιπη Ελλάδα έχουμε πυκνότερη σπορά από ότι στην Κρήτη και έτσι η συμφέρουσα για σπορά έκταση των 15 οκάδων σπόρου προκύπτει 2145 τ.μ. το μέγιστο, ενώ στη Κρήτη η μέση τιμή σπερνομένης έκτασης κατά τα προηγούμενα υπολογίστηκε για τις 15 οκάδες σπόρου 2475 τ.μ.

Στα χαμηλότερα δηλαδή παραγωγικότητας εδάφη έχουμε στη Κρήτη πολύ μεγαλύτερες αποκλίσεις από το μέσο όρο της υπόλοιπης Ελλάδας και έτσι ερμηνεύεται η περίπου πλήρης εγκατάλειψη σποράς σίτου.
Στη τεχνική της σποράς θα πρέπει να πούμε ότι δεν μπορεί η αραίωση να γίνει πέρα από ένα σημείο, διότι:
α) στο ενδιάμεσο αναπτύσσονται ζιζάνια που καταπνίγουν τα στάχια και
β) λόγω αποστάσεως μεταξύ των δεν λειτουργούν ως μέσο αλληλοστήριξης και επομένως καταστρέφονται εύκολα από τον αέρα.
Δεν είναι εύκολο δηλαδή η πυκνότητα σποράς να υποβιβαστεί στο μισό πέραν της κανονικής σποράς .

Η τιμή δηλαδή των 165 τ.μ. σπερνόμενης έκτασης για την οκά και αντίστοιχα των 2475 τ.μ. του μουζουριού των 15 οκάδων, δεν είναι εύκολο να αυξηθούν παραπέρα, όμως πρέπει να σημειώσω ότι έχω συναντήσει περιπτώσεις (πολύ λίγες) που προκύπτει από στοιχεία για το μουζούρι σπερνόμενης έκτασης μεγαλύτερη τιμή μέχρι και 4500 τ.μ.
Αντίστροφα πρέπει να δεχτούμε στο φτωχότερο έδαφος η σπορά δεν μπορεί να πάει αραιότερη από το ήμισυ της κανονικής περίπου. Δηλαδή στο ελάχιστα παραγωγικό έδαφος η οκά σπόρου σίτου μπορεί να καλύψει σπερνομένη έκταση μέχρι 300 τ.μ. και το μουζούρι των 15 οκάδων σπόρου να φτάσει τη σπερνομένη έκταση των 4500 τ.μ. περίπου.

Θεωρώ σαν πολύ κοντά στην πραγματικότητα την μέγιστη τιμή σπερνομένης έκτασης σίτου για την οκά 300 τ.μ. και για το μουζούρι την τιμή 4500 τ.μ. στα εξαιρετικά χαμηλής παραγωγικότητας εδάφη. Οι τιμές ισοδυναμίας της οκάς σε τ.μ. αυξάνονται από το 165 τ.μ. μέχρι των 300 τ.μ. κυμαίνονται σε συχνότητα από συνήθη έως μηδενική τιμή. Αντίστοιχα οι τιμές του μουζουριού των 15 οκάδων σίτου από 2475 τ.μ. μέχρι 4500 τ.μ.
Πρέπει όμως να σημειώσω ότι οι παρατηρούμενες αποκλίσεις στις εκτιμήσεις εκτάσεων οφείλονται και σε απόκρυψη έκτασης για λόγους φορολόγησης που γινόταν πολλές φορές κατά την σύνταξη δικαιοπρακτικών εγγράφων. Και αξιοπρόσεκτο και δικαιολογημένο είναι ότι αποκλίσεις τέτοιες εμφανίζονται κυρίως σε χαμηλής αξίας εδάφη (κατά τον χρόνο σύνταξης των εγγράφων)
Αν π.χ. δύο αδέλφια είχαν στην πραγματικότητα 10000 τ.μ. και στα παλιά συμβόλαια τα δήλωσαν ο Α ως 6 μουζουριών και ο Β ως 4 μουζουριών και σήμερα πάμε αντίστροφα και με άλλα στοιχεία προσδιορίσουμε τις πραγματικές μερίδες το μουζούρι στην πρώτη περίπτωση προκύπτει 1667 τ.μ. και στην δεύτερη 2500 τ.μ.
Ο παράγων της αναξιόπιστης καταγραφής είναι αδύνατο σήμερα να αξιολογηθεί. Και αυτό βάζει τον μελετητή σε πρόσθετη εργασία να μην αναπαυτεί μόνο σε μια λογική αλλά να κάνει όσο πιο πολύ μπορεί πολλαπλούς συσχετισμούς.

Τα παραπάνω έχουν προκύψει από πολλαπλές πληροφορίες και συσχετισμό πρωτογενών στοιχείων που έκανα. Πρέπει όμως να είναι πολύ προσεκτικός κανείς όταν μελετά σχετικό θέμα, διότι αφορούν τη σπερνόμενη έκταση (χωραφοσκέπαση) και όχι την επιφάνεια της ιδιοκτησίας.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται σε αναφορές λαογραφικών κειμένων και αποφάσεων δικαστηρίων ιδίως κάποιων που έχουν μπει στο διαδίκτυο, διότι οδηγούν κατά την άποψή μου σε σοβαρά σφάλματα τους μελετητές και εσφαλμένες αποφάσεις δικαστηρίων. Πάντα με τη προηγούμενη επισήμανση καταγράφω μερικές σχετικές αναφορές και ας προσέξετε ότι δεν καταγράφεται πάντα η περιοχή και το είδος του καρπού.

Μια μισοτελειωμένη αναφορά του Φ. Πασκουαλίγκο (1594) δίνει διάσταση στο μουζούρι 50 βήματα χωρίς να αναφέρει την άλλη διάσταση. Ο ίδιος δίνει την αντιστοιχία πως μία βουδέα (ζευγαρά, δηλαδή η έκταση που οργώνεται από ζευγάρι βοδιών σε μια μέρα) «περιλαμβάνει χωράφια 35 μουζουριών και η έκταση κάθε μουζουριού είναι 50 βήματα». Η τιμή της βουδέας είναι 100.000 τ.μ. και με βάση την αναφορά προκύπτει το 1 μουζούρι = 2857 τ.μ.

Ο Ελευθέριος Πλατάκης ανέφερε στον Μανόλη Παπαδογιάννη ότι για να σπαρθεί ενός μουζουριού σπόρος χρειάζεται ένα «ζευγαρικό» ή «ενός ζευγαριού χωράφι» και το υπολογίζει σε 1 στρέμμα δηλαδή 1000 τ.μ., νομίζω όμως ότι ο ιδιαίτερα προσεκτικός Ελευθέριος Πλατάκης δεν είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα αυτό.
Ο Θανάσης Παπαθανασόπουλος στα μελετήματά του αναφέρει ότι στην επαρχία Μεραμβέλου το μουζούρι είναι ίσο με 1 έως 2 στρέμματα ανάλογα με τη γονιμότητα του εδάφους.

Ο Εμμανουήλ Πυτικάκης αποδίδει στο μουζούρι τιμή 10 έως 12 οκάδων ανάλογα με το ειδικό βάρος του περιεχομένου (Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Ανατολικής Κρήτης – Έκδοση Κοιν. Ιδρύματος Εμμανουήλ και Μαρίας Πυτικάκη – Νεάπολη 2001).

Ο Νίκος Γαρεφαλάκης δίδει για τη περιοχή Σητείας τιμή στο μουζούρι 16 οκάδες στάρι, στο πινάκι 8 οκάδες στάρι και στο μπρατικό 4 οκάδες στάρι (Λεξικό Ιδιωματισμών Κρητικής Διαλέκτου (περιοχής Σητείας) – Έκδοση Δήμου Σητείας 2002).

Ο Αντώνης Ξανθινάκης δίδει στο μουζούρι βάρος 10 έως 12 οκάδες ανάλογα με το είδος (Αντώνης Ξανθινάκης, Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του Δυτικοκρητικού Γλωσσικού Ιδιώματος, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης - 2001).

Ο Μ. Ι. Ιδομενέως δίδει στο μουζούρι τιμή 15 έως 20 οκάδες ανάλογα με το ειδικό βάρος του περιεχομένου (Κρητικό Γλωσσάριο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη – 2006).
ΑΡΧΙΚΗΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ-ΕΡΓΑΣΙΕΣΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑΑΡΧΕΙΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ